Όταν ένα έθνος μιλά
η φωνή του ακούγεται πιο δυνατά συσπειρωμένη...
Όταν ένα έθνος πολεμά
η φωνή του ακούγεται πιο βαριά, λαβωμένη,
αλλά με φρέσκια χρυσή πνοή ξεδιψάει τους αγώνες που δίνονται.
Όταν τα όπλα ουρλιάζουν, το χώμα ματώνει...
η γή βρίθει δύναμη και λεβέντες, αντίσταση.
Μόνο η περηφάνια κρατάει τον τόπο,
μύρα κι ελιές σ' ένα πλεγμένο πανέρι..
Ένοιες κ ιδεολογίες χαραγμένες στο υποσυνείδητο.
Και μια γαλανόλευκη,
μπερδεμένη με την αύρα του πελάγους να την πολιορκεί...
Όταν ένα έθνος πονά, μπίγει το μαχαίρι πιο σφιχτά,
να αναγεννηθεί από την ίδια ελπίδα, από την ίδια ψυχή.
Ρόδα, μάραθα, μπιγκόνιες κ ελευθεριά.
Κλέβουν τα όνειρα και χτίζουν κλουβιά.
''Φεύγω μα θα γυρίσω'' φωνάζουν οι κλέφτες
κ κλείνουν μες στη σιωπή δάκρυα και πουπουλένια λόγια.
Τα κεφάλια δε σκύβουν μπροστά στην απειλή,
μονάχα λυγίζουν με φρίκη στο βλέμα
όταν το ρίγος ξεπεράσει την οσμή της ντροπής.
Προδότες κ αχρείοι, χορεύουν οι λύκοι μαζεύοντας λάφυρα.
Ουσία κ αμαρτία, θεός και λαγνεία,
να γράψουν του μέλλοντος την ιστορία.
Μπούκλες παιδιών, μνημεία νεκρών
περιγράφουν την άκαμπτη δόξα...
Μα κανείς δεν τους είπε πως στο γκρίζο χορτάρι
η λόγχη δεν κοιτάει χρώματα, χρήμα, χροιά...
Σκλαβώνει το σώμα, το πνεύμα χολαίνει
και χάνει η καρδιά τον παλμό.
Φρούδες ελπίδες για μι' ακόμα νησίδα,
αλυσίδα μαζί με αφρό.
Κ' ύστερα μι' άλλη αυγή που οι ακτίνες του ήλιου
σκεπάζουν γλυκά το χαμό...
Το φώς αναδύει απ' το πυλώνα του χρόνου,
για να βρούνε ξανά τη ζωή.
Κυνηγούν να ταιριάξουν ο,τι άφησαν πίσω
συντρίμια, φουστάνια, πνοή.
Κ' αντηχούνε στους δρόμους
φωτιά και συνθήματα,
πυρωμένες φωνές ποιητών :
''...και σαν πρώτα ανδρειωμένη
χαίρε ω χαίρε ελευθεριά...''
''...Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει...
...και ξανά προς τη δόξα τραβά...''